Συνέντευξη: Tony Kaye (Yes, David Bowie, Badger, solo)

0

HIT CHANNEL ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Σεπτέμβριος 2021. Είχαμε την μεγάλη τιμή να μιλήσουμε μ’ έναν σπουδαίο μουσικό: τον Tony Kaye. Είναι περισσότερο γνωστός ως ο αρχικός πληκτράς των Yes, ενός από τα κορυφαία progressive rock συγκροτήματα και έμεινε μαζί τους μέχρι το εμβληματικό “The Yes Album” (1971). Μόλις κυκλοφόρησε το πρώτο του solo album, με τίτλο “End of Innocence”, εμπνευσμένο από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Έχει επίσης διατελέσει μέλος των Circa, Flash, Badger και Badfinger και περιόδευσε με τον David Bowie μετά την κυκλοφορία του “Station to Station” album του (“Isolar – 1976 Tour”). Διαβάστε παρακάτω τα όσα πολύ ενδιαφέροντα μας είπε:

 

Πώς σας ήρθε η ιδέα να κάνετε ένα album για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου;

Λοιπόν, φυσικά όπως όλοι ξυπνήσαμε εκείνη την ημέρα και παρακολουθήσαμε τι επρόκειτο να συμβεί και μείναμε κολλημένοι στην τηλεόραση για 24 ώρες στο Λος Άντζελες. Όπως όλοι, με συγκλόνισε πολύ. Δεν είχα παίξει για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχα αποσυρθεί από τη μουσική βιομηχανία και πήγα στο γκαράζ μου, ξεπακέταρα τα πλήκτρα μου και άρχισα να παίζω και έτσι ξεκίνησε το album.

 

Πόσο δύσκολο ήταν για σας να περιγράψετε μουσικά αυτά τα γεγονότα;

Δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν δύσκολο. Υπήρχαν μερικά κομμάτια που ήταν απαιτητικά και τα ηχογράφησα μερικές φορές. Το κομμάτι “Flight 11” στο album που φυσικά ήταν η ερμηνεία μου γι’ αυτό που νόμιζα ότι συνέβαινε στα αεροπλάνα πριν πέσουν στους πύργους. Προβληματιζόμουν για το αν θα βάλω όλες τις απομαγνητοφωνήσεις των συνομιλιών σε αυτό το κομμάτι. Αρχικά τις άφησα εκτός, μετά αποφάσισα να τις βάλω γιατί αυτό ήταν αυτό που συνέβη. Για μένα, τα μεμονωμένα κομμάτια του album ήταν τα μεμονωμένα πράγματα που συνέβησαν εκείνη την ημέρα. Αποφάσισα εκτός από το να γράψω για την ημέρα, να έγραφα και για παρά πέρα: Τι συνέβη στον πόλεμο που προέκυψε. Έχω ένα κομμάτι στο album που ονομάζεται “The Battle”, ήταν σίγουρα ένα δύσκολο κομμάτι για να το ηχογραφήσω.

 

Λατρεύω τον ατμοσφαιρικό ήχο του πιάνου στο “Let’s Roll”. Ποιο ήταν το μουσικό όραμα που είχατε σε αυτό το κομμάτι;

Η αλήθεια όσον αφορά αυτό το κομμάτι ήταν ότι ηχογραφήθηκε live. Έπαιζα σε ένα συγκρότημα, εγώ και ο Billy Sherwood, ο οποίος είναι τώρα μπασίστας των Yes, είχαμε ένα συγκρότημα που ξεκίνησε περίπου το 2008, τους Circa. Στην πραγματικότητα αποφασίσαμε να πάμε στην Ιαπωνία αμέσως μετά το τσουνάμι που έπληξε τη Βόρεια Ιαπωνία. Είχα ένα μικρό solo μέρος με στα πλήκτρα και είχα γράψει την ουσία εκείνου του πιανιστικού πράγματος και ηχογραφήθηκε live εκείνο το βράδυ στο Τόκιο.

 

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για τη συμβολή της συζύγου σας Dani Torchia (φωνητικά) και του Jay Schellen (drums -Circa, Yes) στο album “End of Innocence”;

Ναι, η σύζυγός μου, Dani, η οποία παρεμπιπτόντως είναι μεγάλη θαυμάστρια των Ελληνικών. Λατρεύει τα Ελληνικά και μιλάει λίγα Ελληνικά. Αφού τελειώσουν όλα αυτά τα πράγματα σχετικά με τον Covid όσον αφορά τα ταξίδια, ελπίζουμε να πάμε στην Ελλάδα τον επόμενο χρόνο. Γνώρισα την Dani, η οποία έγινε σύζυγός μου, δύο εβδομάδες μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Είναι μουσικός, τραγουδίστρια/τραγουδοποιός και ξεκινήσαμε να ηχογραφούμε μερικά από τα τραγούδια της. Έγραψα αυτό το τραγούδι -είναι πραγματικά μια αφιέρωση στους διασώστες, πυροσβέστες και αστυνομικούς που έχασαν τη ζωή τους εκείνη την ημέρα προσπαθώντας να σώσουν ανθρώπους. Μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση κάποια πλάνα σε video αυτών των ταραγμένων διασωστών. Αυτή έκανε το “Sweetest Dreams” που θα είναι το επόμενο video single. Μάλλον θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα. Φυσικά, ο Jay είναι φίλος μου από παλιά. Είναι τώρα ο δεύτερος drummer των Yes, αντικαθιστώντας μερικές φορές τον Alan (σ.σ: White -drums). Ευτυχώς, έπαιξα στην 50ή επέτειο των Yes πριν από μερικά χρόνια, συναντηθήκαμε και ήταν υπέροχο να παίζω με τον Jay. Τον γνωρίζω από τότε που ήταν 17 ετών, είναι σπουδαίος drummer και ήθελα πολύ ένα drum solo στην αρχή του “Flight 11” για να ξεκινήσει η συναισθηματική ένταση αυτού του κομματιού και είναι εκπληκτικός drummer και το έκανε αυτό.

 

Ο Roger Dean (Yes, Asia) σχεδίασε το εξώφυλλο για το album “End of Innocence”. Του δώσατε συγκεκριμένες οδηγίες;

Ο Roger φυσικά ζωγράφισε το εξώφυλλο για το πρώτο μου album χωρίς τους Yes, το οποίο ήταν το album “One Live Badger” (1973). Συναντηθήκαμε στην κρουαζιέρα των Yes. Έγινε μια κρουαζιέρα έξω από τη Florida -φέτος ακυρώθηκε- και ο Roger παρουσίαζε τους πίνακές του και όλες τις δουλειές του για τους Yes στην Cruise to the Edge. Έτσι, συναντηθήκαμε και μιλήσαμε για τα παλιά και όταν τελείωσα τη μίξη του album, του έστειλα γιατί προφανώς ο Roger είναι η πραγματική εικόνα στα περισσότερα albums των Yes. Είπε πολύ ευγενικά «Ναι» ότι θα ζωγραφίσει κάτι. Δεν είναι ακριβώς Roger Dean. Του είπα να κάνει ό,τι θέλει. Έτσι, είναι κάπως σκοτεινός ο πίνακας που έκανε, αλλά αυτό ήταν. Υπέροχο.

 

Πόσο συναισθηματικό ήταν για σας να παίζετε ξανά με τους Yes στην περιοδεία για την 50ή επέτειό τους και στην Cruise to the Edge το 2018;

Ξέρεις, δεν είχα παίξει με το συγκρότημα εδώ και πολύ καιρό. Στην πραγματικότητα, από το 1996-97 και ειλικρινά δεν ήξερα αν θα έπρεπε να τα κάνω όλα αυτά, αλλά μου είπαν πολύ ευγενικά: «Θέλουμε να παίξεις στο τέλος του set στα encores» παίζοντας τα τραγούδια που προέρχονταν πραγματικά από την αρχή του συγκροτήματος, από το “The Yes Album”. Κάναμε τα “Yours Is No Disgrace”, “Starship Trooper”, “Roundabout”, όλο το παλιό υλικό και πρέπει να πω ότι ήταν πραγματικά μια σπουδαία εμπειρία.

 

Κατά τη γνώμη σας, τι έκανε το “The Yes Album” (1971) τόσο πρωτοποριακό;

Πρώτα απ’ όλα, ο Steve (σ.σ: Howe -κιθάρα) είχε μόλις ενταχθεί στο συγκρότημα και πραγματικά για πρώτη φορά καταφέραμε να σκεφτούμε να αφιερώσουμε χρόνο στην ηχογράφηση ενός album. Πριν από αυτό, είχαμε ηχογραφήσει βασικά σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό και ήταν ένα μεγάλο σε διάρκεια take. Το album ηχογραφόταν σε μια μέρα. (σ.σ: Από την άλλη, στο “The Yes Album”) Μπορέσαμε να μπούμε σε ένα studio, οπότε πήγαμε το συγκρότημα στο σπίτι του Steve στην αγγλική ύπαιθρο και συνθέσαμε και κάναμε πρόβες. Είχε μια νέα σημασία, γιατί παρόλο που η Atlantic Records είχε μείνει μαζί μας, ξέραμε ότι αυτό έπρεπε να είναι ένα πολύ καλό album. Χάρη στον Steve και σε όλους που συγκεντρώθηκαν και ηχογράφησαν με τον Eddy Offord φυσικά για 3 ή 4 μήνες. Αυτό άλλαξε το συγκρότημα.

 

Συν-γράψατε το “Yours Is No Disgrace” από το “The Yes Album”. Θα μπορούσατε να μας πείτε όλα όσα θα ‘πρεπε να γνωρίζουμε για αυτό το ωραίο τραγούδι;

Ναι, αρκετή από την έμπνευση για το τραγούδι προέρχεται από εμένα και τον Steve να οδηγούμε αυτοκίνητο στην αγγλική ύπαιθρο, με τον Steve και την ακουστική του κιθάρα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, συνθέτοντας πράγματα. Πραγματικά έτσι ξεκίνησε πολύ από το “Yours Is No Disgrace”, αλλά και αρκετά από τα άλλα τραγούδια. Ήταν το να είσαι στη εξοχή και να είσαι ελεύθερος. Ήταν μια πολύ καλή ατμόσφαιρα για να μπορέσουμε να γράψουμε.

 

Είναι κολακευτικό ότι ο Tony Banks (πλήκτρα) από τους Genesis είπε σε μια συνέντευξη στο Rolling Stone ότι λάτρευε το “The Yes Album” (1971) και προτιμούσε το συγκρότημα όταν ήσασταν μέλος του;

Θέλω να πω, πάντα λάτρευα τον Tony. Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους του. Δεν το ήξερα, αλλά θα του κάνω ένα τηλεφώνημα και θα του στείλω μια επιταγή.

 

Γιατί φύγατε από τους Yes μετά την κυκλοφορία του “The Yes Album”;

Πιθανώς δεν έχουμε αρκετό χρόνο για να εξετάσουμε τους λόγους, αλλά υπήρχαν πολλοί λόγοι. Το συγκρότημα πήγαινε σε διαφορετική κατεύθυνση. Δεν μου άρεσε πολύ το mini-Moog και το mellotron που ήθελαν πραγματικά να ενσωματώσουν στο συγκρότημα, που φυσικά ο Rick (σ.σ: Wakeman) ήταν υπέροχος στο να τα παίζει. Ήμουν πραγματικά ένας παίκτης Hammond που ήθελε να παίζει το Hammond και πιθανότατα το γεγονός ότι είχα το δικό μου συγκρότημα στο τέλος αυτού, έτσι ήταν ένα είδος αμοιβαίας, φυσικής εξέλιξης. Φυσικά, ηχογράφησα με το συγκρότημά μου το “One Live Badger” παίζοντας support στους Yes, οπότε όλα πήγαν αρκετά καλά.

 

Αισθανόσασταν άνετα με τη μουσική κατεύθυνση του album “90125” (1983) των Yes;

Ναι, ήταν άλλη εποχή, άλλη δεκαετία, διαφορετική περίοδος. Ήμασταν όλοι στο Λονδίνο εμπνευσμένοι από τα διάφορα πράγματα που συνέβαιναν στο Λονδίνο και φυσικά εμπνευσμένοι από τη μουσική και κάποιες συνθέσεις του Trevor Rabin (κιθάρα, φωνητικά). Θέλω να πω, ξέρω ότι υπάρχουν ορισμένοι οπαδοί των Yes που θα προτιμούσαν το συγκρότημα της δεκαετίας του ‘70 και τη μουσική της δεκαετίας του ‘70, αλλά αυτό ήταν και σε πολλούς άρεσε. Φυσικά, ήταν πολύ επιτυχημένο, πολύ δημοφιλές και όλοι περάσαμε καλά.

 

Φαντάζομαι ότι θα ήταν πραγματικά περίεργο να κάνετε την Union Tour (1991-92) με τους Yes. Τι αναμνήσεις έχετε από εκείνη την περιοδεία;

Λατρεύω την “Union”. Ήταν μια πολύ ευχάριστη περιοδεία. Φυσικά, ήρθε μετά από ένα album (σ.σ: “Union” -1991) που ήταν πολύ διχασμένο και χωρισμένο σε δύο διαφορετικές ομάδες (σ.σ: οι ABWH και η τότε σύνθεση των Yes). Ξέρεις, τα στελέχη της δισκογραφικής εταιρείας ήθελαν να το πραγματοποιήσουν και το έκαναν και καταφέραμε να παίξουμε όλη την δισκογραφία των Yes, συμπεριλαμβανομένων των “Big Generator” (1987), “90215”, του “Union” album και πολλή από την μουσική της δεκαετίας του ‘70 με 8 άτομα. Έτσι, ήταν πολύ ικανοποιητικά στην περιοδεία και πέρασα υπέροχα.

 

Τι σημαίνει για εσάς η είσοδος των Yes στο Rock and Roll Hall of Fame το 2017;

Υποθέτω ότι ήταν πολύ ικανοποιητικό. Δεν ήταν για πολύ καιρό και πραγματικά δεν νομίζω ότι κάποιος υπέθετε ότι θα γίνονταν ποτέ μέρος του Rock and Roll Hall of Fame. Έτσι, ήταν μια ωραία έκπληξη όταν συνέβη.

 

Είμαι μεγάλος οπαδός του album “One Live Badger (1973) των Badger. Είστε περήφανος για αυτό το album;

Είμαι. Στην πραγματικότητα, ήταν το συγκρότημά μου που δημιούργησα με τον David Foster, ο οποίος ήταν ο μπασίστας των Badger όπως γνωρίζεις. Ήταν ο αρχικός μπασίστας στο πρώτο συγκρότημα του Jon Anderson (Yes -φωνητικά), τους Warriors. ΄Ήταν σπουδαίος τραγουδιστής, σπουδαίος συνθέτης. Τα πηγαίναμε πολύ καλά μουσικά. Ήταν λοιπόν ένα project που προφανώς το αποτέλεσμα θα ήταν καλό. Το θέμα με το “One Live Badger” ήταν ότι πριν έρθουν οι Yes στην πόλη και πουν: «Μπορούμε να δανειστούμε τον εξοπλισμό σας για να κάνουμε πρόβες για τη συναυλία;» είχαμε κάνει πρόβες ως συγκρότημα μόνο για 2 ή 3 εβδομάδες. Έτσι, ήμασταν πολύ άπειροι στο να παίζουμε μαζί και ήταν πραγματικά εκπληκτικό το ότι βγήκε τόσο καλό όσο ήταν. Λοιπόν, χαίρομαι που σου αρέσει.

 

Πώς συνέβη να έχετε τον Jon Anderson ως συμπαραγωγό στο album “One Live Badger”;

Ήμασταν μαζί, ήμασταν support στο συγκρότημα νομίζω για δύο φορές, από όσο θυμάμαι, σε εκείνη τη συναυλία στο Λονδίνο (σ.σ: Rainbow Theatre, 15/16 Δεκεμβρίου 1972) και αυτός ήταν πολύ υπέρ του να κάνουμε την συναυλία. Το συγκρότημα (σ.σ: οι Yes) ηχογραφούσαν και μας πρότεινε πολύ ευγενικά να ηχογραφήσουμε την συναυλία. Έτσι, ασχολήθηκε πολύ με αυτό.

 

Ήσασταν παρέα με τον John Bonham (Led Zeppelin -drums) κάθε βράδυ όταν μετακομίσατε στο Los Angeles. Πώς ήταν ως άτομο;

Ναι, όταν μετακόμισα στο LA, έμενα στο Riot House (σ.σ: έτσι αποκαλεί το Hyatt House εξαιτίας της φήμης του), δίπλα στον John Bonham. Αναρωτήθηκα πού να μείνω όταν μετακόμισα εκεί και έμενα στο Riot House στην Sunset Strip, το οποίο βρισκόταν ακριβώς πιο πάνω στο δρόμο από το διάσημο Rainbow Bar & Grill στο Hollywood. Ήμασταν εκεί τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα ή… κάθε νύχτα, θα έλεγα. Ήταν πολύ ωραίος τύπος, πολύ προσγειωμένος, από το Birmingham και ειλικρινής, πολύ φυσιολογικός, φυσικός και καθόλου ψωνισμένος. Μπορούσε να γίνει λίγο απότομος, αλλά, ξέρεις… drummer. Ήταν drummer.

 

Πώς συνέβη να μπείτε στο συγκρότημα του David Bowie το 1976;

Αμέσως μετά τη μετακόμισή μου στο Los Angeles, γιόρταζα τα γενέθλιά μου στο Rainbow Bar & Grill και έπεσα πάνω στον tour manager του David. Με ρώτησε αν θα μπορούσα να είμαι στο αεροπλάνο το επόμενο πρωί -δεν μου είπε πραγματικά τον λόγο- και ότι θα με έπαιρνε μια λιμουζίνα. Το επόμενο πράγμα που ξέρω, είναι ότι βρισκόμουν στο σπίτι του Keith Richards στο Ocho Rios, στην Τζαμάικα, κάνοντας πρόβες με τον David. Συνέβη τόσο γρήγορα και λάτρεψα κάθε λεπτό.

 

Ανακαλύψατε μερικές ζωντανές ηχογραφήσεις από την εποχή που παίζατε με τον Bowie. Τι το ιδιαίτερο είχαν αυτές οι συναυλίες;

Η ιστορία είναι ότι η περιοδεία για το “Station to Station” δεν ηχογραφήθηκε, αν και υπήρχε μια ηχογράφηση που βρισκόταν σε ένα box set [σ.σ: “Who Can I Be Now? (1974-1976)” -2016] που νομίζω ότι ηχογραφήσαμε στο Nassau Coliseum στη Νέα Υόρκη. Όταν ήμουν σε περιοδεία ήμουν σε θέση να αποκτήσω αυτό που λέμε «μίξεις από την κονσόλα» (“board mixes”) που δεν ήταν ποτέ τόσο καλές γιατί τα φωνητικά είναι πάντα πολύ δυνατά, αλλά συνήθιζα να τις παίρνω για να βλέπω πώς ήταν το συγκρότημα, πώς ήταν η συναυλία και πώς να βελτιωθώ. Πήρα αυτές τις μίξεις από την κονσόλα από δύο συναυλίες: μία στο Παρίσι και μία στο Madison Square Garden, στην πραγματικότητα δύο συναυλίες στο Παρίσι (σ.σ: 17-18 Μαΐου 1976) και ήταν πραγματικά φανταστικές. Τις ανακάλυψα μόλις πριν από τέσσερα χρόνια σε κασέτες και τις μετέφερα σε ένα ψηφιακό μηχάνημα και πειραματίστηκα λίγο με αυτές και τις έσωσα, αλλά στην πραγματικότητα δεν τις έστειλα στον David. Έτσι, τις έχω ακόμα και ίσως μπορούμε να κάνουμε κάτι με αυτές στο μέλλον.

 

Σας μίλησε ποτέ ο David Bowie για την αγάπη του για τους Kraftwerk;

Ω, ναι! Θέλω να πω, περάσαμε πολύ χρόνο στη Γερμανία και φυσικά έκανε παρέα με τον Iggy Pop. Ο χαρακτήρας του στο “Station to Station” (σ.σ: Ο Λεπτός Λευκός Δούκας -The Thin White Duke) βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις γερμανικές περιπέτειές του. Οπότε, ναι, σίγουρα το ήξερα.

 

Γνωρίσατε τον John Lennon όταν παίζατε με τον David Bowie;

Γνώρισα πολλούς stars στην συναυλία στο Madison Square Garden (σ.σ: 26 Μαρτίου 1976). Ναι, εκεί ήταν ο John Lennon και κάθε είδους διασημότητες και μουσικοί. Δεν θυμάμαι πραγματικά. Υπήρχαν κάθε λογής δημιουργικοί άνθρωποι. Προφανώς, ήμασταν στη Νέα Υόρκη: Ζωγράφοι, καλλιτέχνες και άνθρωποι από τον χώρο της μόδας φυσικά.

 

Ποιο είναι το μυστικό της μακροχρόνιας φιλίας και συνεργασίας σας με τον Billy Sherwood (Yes, Asia, Circa -μπάσο);

Πρώτα απ’ όλα, γνώρισα τον Billy πολύ παλιά, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και είμαστε φίλοι. Φυσικά, ήρθε στο συγκρότημα για την περιοδεία του “Talk” στη δεκαετία του ’90 και ήταν στην πραγματικότητα ο υπεύθυνος που με έβγαλε από τη σύνταξη όταν τελικά έφυγα από το συγκρότημα. Με πήρε τηλέφωνο και έπαιζα σε όλα τα είδη ηχογραφήσεων που έκανε. Ζούσαμε και οι δύο στο Los Angeles και ξεκινήσαμε να παίζουμε μαζί και οι Circa προέκυψαν από αυτή τη φιλία.

 

Ποιες είναι οι επιρροές σας στα πλήκτρα;

Πολλά πολλοί. Η πρώτη συναυλία που πήγα ποτέ στη γενέτειρά μου το Leicester, ήταν στο Il Rondo club. Ένας οργανίστας είχε ένα συγκρότημα που λεγόταν The Graham Bond Organisation που περιλάμβανε τον Jack Bruce (σ.σ: μπάσο -αργότερα στους Cream) και τον Ginger Baker (σ.σ: drums -επίσης στους Cream). Έκανα σ’αυτούς ένα είδος φόρου τιμής γιατί ήταν η πρώτη μου επιρροή και ο Graham Bond ήταν η πρώτη μου επιρροή στο Hammond. Είναι στο album, ονομάζεται “285 Fulton Street” και είναι o φόρος τιμής μου στον Graham Bond. Φυσικά, υπάρχουν πολλοί πληκτράδες που λατρεύω. Πιθανότατα ο Vangelis (σ.σ: ο Βαγγέλης Παπαθανασίου φυσικά) ιδιαίτερα ξεκινώντας με το soundtrack του “Blade Runner” (1982) ήταν μεγάλη επιρροή. Λατρεύω τον Vangelis.

 

Σας άρεσαν άλλοι παίκτες Hammond της εποχής σας όπως ο Jon Lord (Deep Purple), ο Gary Brooker (Procol Harum) και ο Steve Windwood (Traffic);

Ω, ναι! Θέλω να πω, είναι όλοι μεγάλοι παίκτες Hammond. Να μην επιλέξω κάποιον συγκεκριμένο, γιατί όλοι ήταν μεγάλη επιρροή. Ο Rick Wright από τους Pink Floyd, προφανώς ο Tony Banks, ο πληκτράς από τους Gentle Giant (σ.σ: Kerry Minnear). Υπήρχαν πολλοί. Φυσικά, πάντα ήθελα να γίνω ο πιανίστας των Rolling Stones, κάτι που δεν είχαν τότε. Αλλά δεν με κάλεσαν (γέλια).

 

Γιατί αποφασίσατε να μετακομίσετε στις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του ‘70;

Υποθέτω ότι μου άρεσε πραγματικά να βρίσκομαι στην Αμερική. Λίγο πριν μετακομίσω, είχα ηχογραφήσει το δεύτερο album των Badger (σ.σ: “White Lady” -1974) στη Νέα Ορλεάνη, και ειδικά εκείνη την εποχή ήμουν πολύ επηρεασμένος από τη μουσική του Νότου των ΗΠΑ. Απλώς μου άρεσε να βρίσκομαι εδώ. Δεν μπήκα ποτέ στο αεροπλάνο, δεν γύρισα ποτέ στην Αγγλία. Βρίσκομαι εδώ για πάρα πολύ καιρό. Τότε, μου άρεσε πολύ το Los Angeles και το album φυσικά δεν ήταν πολύ επιτυχημένο. Η σκηνή είχε τελειώσει για μένα στο Λονδίνο και αποφάσισα να μετακομίσω στο Los Angeles.

 

Είστε αισιόδοξος σχετικά με το μέλλον του progressive rock;

Ναι! Απολύτως, υπάρχουν συγκροτήματα που φυσικά δεν είναι δημοφιλή σε εθνικό επίπεδο επειδή είναι εκλεκτική μουσική που δεν προωθείται ούτε παίζεται στο ραδιόφωνο. Υπάρχουν όμως πολλά νέα συγκροτήματα που παίζουν progressive μουσική. Ναι, λοιπόν, έχω μεγάλη αισιοδοξία.

 

Υπάρχει κάτι για το οποίο μετανιώνεται στην καριέρα σας;

Οχι! Ούτε για ένα πράγμα.

 

Σκέφτηκα ότι θα λέγατε όταν παραχωρήσατε όλα τα δικαιώματά σας από τους Yes για 10.000 δολάρια.

Θέλω να πω, αυτό διορθώθηκε στην πορεία και μου παρείχε τα χρήματα για να έρθω στις Ηνωμένες Πολιτείες. Φυσικά ήταν μια κακή απόφαση, αλλά μου παρείχε τα χρήματα για μια νέα ζωή στην Αμερική, για την οποία είμαι πολύ χαρούμενος.

 

Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε με λίγα λόγια την ατμόσφαιρα στο Λονδίνο στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, όταν οι Yes έπαιζαν σε clubs όπως το Marquee και το Speakeasy;

Το Speakeasy ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της νυχτερινής μας ζωής εκεί, όπως επίσης και πάρα πολλά clubs και φυσικά οι άνθρωποι, τα συγκροτήματα, η μουσική σκηνή και ο χώρος της μόδας, όλα ήταν όπως μπορείς να τα φανταστείς. Ήταν το μέρος από το οποίο ξεκινήσαμε όλοι. Ήμασταν νέοι, ήμασταν 20 ετών και το Λονδίνο ήταν τότε καταπληκτικό μέρος.

 

Είχατε συναντήσει ποτέ τον Jimi Hendrix ή τον Keith Moon στο Speakeasy;

Ναι, θέλω να πω, γνώρισα πολλούς ανθρώπους, αλλά κυρίως τον Keith. Λάτρευα τον Keith, ήταν υπέροχος τύπος. Ο Jimi Hendrix ήταν πολύ ωραίος τύπος, στην πραγματικότητα ήμουν μαζί του στο τέλος. Υπήρχαν πολλοί εκπληκτικοί άνθρωποι που γνώρισα στο Λονδίνο.

 

Ένα τεράστιο «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ» στον κύριο Tony Kaye για τον χρόνο του.

Παραγγείλτε το “End of Innocence” album από εδώ: https://www.cherryred.co.uk/product/tony-kaye-end-of-innocence/

Official Yes website: http://www.yesworld.com/

Share.